χαμαί

Ancient Greek

Etymology

From Proto-Indo-European *ǵʰm̥may, a case form (perhaps dative or a fossilized directive?) of Proto-Indo-European *dʰéǵʰōm (whence also χθών (khthṓn, earth). Cognates include Latin humī. Also compare πάλαι (pálai) and παραί (paraí).

Pronunciation

 

Adverb

χᾰμαί (khamaí)

  1. on the earth, near the ground
  2. to the earth/ground

Derived terms

  • χᾰμαιάκτη (khamaiáktē)
  • χᾰμαιβάλανος (khamaibálanos)
  • χᾰμαίβατος (khamaíbatos)
  • χᾰμαίγειρον (khamaígeiron)
  • χᾰμαιγηνής (khamaigēnḗs)
  • χᾰμαιδάφνη (khamaidáphnē)
  • χᾰμαιδιδάσκαλος (khamaididáskalos)
  • χᾰμαιδικαστής (khamaidikastḗs)
  • χᾰμαίδρυς (khamaídrus)
  • χᾰμαιεύνης (khamaieúnēs)
  • χᾰμαιεύρετος (khamaieúretos)
  • χᾰμαίζηλος (khamaízēlos)
  • χᾰμαιζυμήτης (khamaizumḗtēs)
  • χᾰμαῖθεν (khamaîthen)
  • χᾰμαίκαυλος (khamaíkaulos)
  • χᾰμαικέρασος (khamaikérasos)
  • χᾰμαίκισσος (khamaíkissos)
  • χᾰμαικλινής (khamaiklinḗs)
  • χᾰμαικοιτέω (khamaikoitéō)
  • χᾰμαίλεος (khamaíleos)
  • χᾰμαιλεύκη (khamaileúkē)
  • χᾰμαιλεχής (khamailekhḗs)
  • χᾰμαιλέων (khamailéōn)
  • χᾰμαιλίβανος (khamailíbanos)
  • χᾰμαίλυκος (khamaílukos)
  • χᾰμαίμηλον (khamaímēlon)
  • χᾰμαιμυρσίνη (khamaimursínē)
  • χᾰμαιμύρτη (khamaimúrtē)
  • χᾰμαιπετέω (khamaipetéō)
  • χᾰμαιπεύκη (khamaipeúkē)
  • χᾰμαίπιτυς (khamaípitus)
  • χᾰμαιπλάτανος (khamaiplátanos)
  • χᾰμαίπους (khamaípous)
  • χᾰμαιράφανος (khamairáphanos)
  • χᾰμαιρεπής (khamairepḗs)
  • χᾰμαίρυτον (khamaíruton)
  • χᾰμαίρωψ (khamaírōps)
  • χᾰμαίστρωτος (khamaístrōtos)
  • χᾰμαισύκη (khamaisúkē)
  • χᾰμαισχιδής (khamaiskhidḗs)
  • χᾰμαιτυπέω (khamaitupéō)
  • χᾰμακυπάρισσος (khamakupárissos)
  • χᾰμαριφής (khamariphḗs)
  • χᾰμελαία (khamelaía)
  • χᾰμερπής (khamerpḗs)

Descendants

Further reading

This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.